Copyright 2017 - Εκπαιδευτικό Περισκόπιο

Λήξη διδακτικού έτους

Θεατρικο για ληξη σχολικου έτους: "ΠΑΡΑΜΥΘΟΣΑΛΑΤΑ"

ΠΑΡΑΜΥΘΟΣΑΛΑΤΑ

ΠΡΟΣΩΠΑ

1-2.  Αφηγητές    3. Μάγισσα   4. Χιονάτη   5. Σταχτοπούτα   6.Πρίγκηπας  7.Κοκκινοσκουφίτσα

8. Λύκος   9. Κοντορεβιθούλης  10.Γίγαντας  11. Αλεπού .12. Κόρακας  13.Ρούνι Ρούνι (το ύπουλο κακό γουρούνι)  14-15-16  τα τρία μικρά λυκάκια

Σκηνικά:  Φτιάχνουμε δύο σκηνικά από φελιζόλ. Τοποθετούμε το ένα δίπλα στο άλλο.

Στο πρώτο, ζωγραφίζουμε τις πύλες ενός παλατιού ή μια μεγάλη μπαλκονόπορτα που πέφτουν κουρτίνες βασιλικές, επάνω και δεξιά, αριστερά ώστε να ανατυπώνει ένα βασιλικό σαλόνι.

Στο δεύτερο, ζωγραφίζουμε ένα δάσος με όποια μορφή θέλουμε.

Στο πρώτο θα παιχτούν τα δύο πρώτα παραμύθια και στο δεύτερο τα υπόλοιπα. Για το τζάκι μπορούμε από φελιζόλ να έχουμε φτιάξει ένα πι, να το έχουμε βάψει και στο κενό να έχουμε ρίξει ξύλα για προσάναμμα.

Κοστούμια

Μάγισσα: Χαρακτηριστικά ρούχα μαύρα, απλά να μην είναι άσχημη και να μη φορά καπέλο.

Χιονάτη: Ένα όμορφο φόρεμα μακρύ, λίγο παλιομοδίτικο.

Σταχτοπούτα: Αχτένιστη και ρούχα παλιά κουρελιασμένα, οπωσδήποτε κρατά σκούπα

Πρίγκηπας: Ντυμένος σαν ιππότης. Μπορεί να φορά ένα κορμάκι από μέσα και από πάνω μια φαρδιά μακριά κάπα. Στα μαλλιά κορώνα.

Κοκκινοσκουφίτσα: Ντυμένη με κόκκινο σκουφάκι και κόκκινο φουστάνι ή κάπα. Κρατά καλαθάκι

Λύκος: Με τιράντες βερμούδα. Μια ουρά πίσω μαύρη. Στο πρόσωπο μια μάσκα

Κοντορεβιθούλης: Ένα κοντό παντελονάκι, καρό πουκαμισάκι, φορά ένα καπελάκι σαν του Ρομπέν των δασών

Γίγαντας: Κατά προτίμηση, μεγαλόσωμο παιδί. Φορά ότι θέλει σε φαρδύ ρούχο για να φαίνεται χοντρός. Οπωσδήποτε, φορά μπότες. Κρατά ένα πουγκί.

Αφηγητής:  Μια φορά και έναν καιρό,

σ’ ένα παλάτι μακρινό,

ζούσε η Χιονάτη,

όμορφη, καλοσυνάτη

με τη μάγισσα μαζί

τη μητριά της την κακή.

Μάγισσα: (Κρατάει τον καθρέπτη)

Η πιο ωραία στο παλάτι

είπε ο καθρέπτης μου είναι η Χιονάτη.

Και σκέφτηκα να τη σκοτώσω

απ’ αυτήν για πάντα να γλιτώσω.

(Έχει ένα καλάθι με μήλα)

Της έδωσα να φάει

κόκκινο μήλο, χαλασμένο

μήλο δηλητηριασμένο

και μ’ αυτό στον άλλο κόσμο να πάει.

Χιονάτη: Στο δάσος βρήκα ένα σπιτάκι

λιλιπούτειο μικράκι.

Μ’ υποδέχτηκαν με αγάπη,

οι εφτά μικροί μου νάνοι

και περνούσαμε καλά

μέχρι που έφτασε η γριά.

(Δείχνει ένα δαγκωμένο μήλο)

Όταν έφαγα το μήλο

και σωριάστηκα σαν ξύλο,

οι φίλοι μου πάθανε μελαγχολία,

που με είδαν σ’ αφασία.

Όμως για καλή μου τύχη

ξύπνησε εμένα απ’ τη λήθη

ο Πρίγκιπας μ’ ένα του φιλί

μου ‘δωσε ξανά ζωή.

Αφηγητής: Κι ενώ ζήσανε αυτοί καλά,

σ’ άλλη χώρα μακριά

κατι συναρπαστικό,

θα σας αφηγηθούν αυτοί οι δυο.

Σταχτοπούτα: Η μητριά μου και οι δυο μου αδελφές,

καθώς ήταν ψυλομύτες και κοντές,

μου έβαζαν κουραστικές δουλειές

για να είναι ξεκούραστες αυτές.

(Κάνει πώς σκουπίζει)

-              Σταχτοπούτα να σκουπίσεις

και μετά να σφουγγαρίσεις.

-              Σταχτοπούτα, χτένισέ μας,

α! τα ρούχα ετοίμασέ μας.

(τρέχει στα σκηνικά που έχει τζάκι)

-              Κι απ΄ το τζάκι βγάλ’ τη στάχτη.

Ουφ! Πια τις είχα άχτι.

Κι ένα βράδυ ονειρικό

έγινε κάτι μαγικό.

Η νεράιδα η νονά μου

εμφανίστηκε μπροστά μου.

(Κρατάει ένα ραβδί)

Ένα τσαφ- τσαφ με το ραβδί

κι έγινα πριγκίπισσα σωστή.

Έτοιμη για το χορό του βασιλιά

με τα ολόξανθα μαλλιά.

Πρίγκιπας: όλη νύχτα χορεύαμε μαζί

γιατί την είχα ερωτευθεί.

Ενώ περνούσαμε καλά,

θυμήθηκε να φύγει ξαφνικά.

(Κάνει πως τρέχει)

Ξοπίσω της έτρεχα εγώ,

να την προλάβω να της πω,

μα εκείνη είχε εξαφανιστεί,

δίχως μιλιά, δίχως φωνή.

(Κρατάει ένα γοβάκι)

Μονάχα ένα γοβάκι από γυαλί

βρήκα στο τελευταίο το σκαλί.

Σκέφτηκα τότε με αυτό,

παντού να ψάξω να τη βρω.

Κι όταν τη βρήκα με κουρέλια

απόρησα, μου ήρθε τρέλα.

(Γονατίζει και της κάνει πρόταση)

Μα δεν περίμενα λεπτό,

της είπα θα την παντρευτώ.

Αφηγητής: Ας περάσουμε σε άλλη φάση

κάπου στην εξοχή, στα δάση.

Ένας λύκος ζει εκεί,

χρειάζεται μεγάλη προσοχή,

η Κοκκινοσκουφίτσα, θα μας πει.

Κοκκινοσκουφίτσα: Κόκκινη φορώ σκουφίτσα,

είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα.

(Περπατάει πάνω κάτω)

στη γιαγιά μου τώρα πάω,

γιατί πολύ την αγαπάω.

(Κρατά ένα καλαθάκι).

Έχω μες στο καλαθάκι,

φρέσκο, ζυμωτό ψωμάκι,

μαρμελάδα και γλυκά,

νόστιμα ζαχαρωτά.

Θα περάσω απ’ το λιβάδι

πριν να πέσει το σκοτάδι,

(Δείχνει λίγα λουλούδια)

να της κόψω λουλουδάκια

μοσχομυριστά κρινάκια.

Το λύκο ξάφνου συναντάω

με ρωτάει, που θα πάω;

Και μου δείχνει ένα μονοπάτι

κοροϊδία, σκέτη απάτη.

Έτσι, φτάνω στη γιαγιά,

όταν την είχε στην κοιλιά,

με υποδέχτηκε με χοντρή φωνή,

δίχως να ξέρω το γιατί.

Λύκος: είχα φάει τη γιαγιά

γρήγορα και βιαστικά.

(Χαϊδεύει την κοιλιά του)

Πείναγα όμως πολύ

δεν είχα χορτάσει το φαΐ.

Όταν βλέπω να με πλησιάζει,

η Κοκκινοσκουφίτσα να με αγκαλιάζει

γρήγορα την κάνω μια χαψιά

(Χαϊδεύει την κοιλιά του)

και τη βάζω σ την κοιλιά.

Ουφ! Έχω βαρυστομαχιά

έφαγα φαίνεται βαριά.

Έπεσα λοιπόν να κοιμηθώ

δίχως να σκεφτώ τον κυνηγό.

Μπαμ! Μου ρίχνει μια και με σκοτώνει

(πέφτει κάτω απότομα)

τη γιαγιά και το παιδί ελευθερώνει.

Αφηγητής: Στην ιστορία μας αυτή

ένα έξυπνο παιδί,

αν και ήτανε μικρό,

τα ‘βαλε με γίγαντα τρανό.

Κοντορεβιθούλης: (Κονταίνει και σηκώνεται)

Ήμουνα ο πιο μικρός

στην οικογένειά μου εγώ.

Κι επειδή Ήμουνα κοντούλης

με φώναζαν Κοντορεβιθούλη.

Ζούσαμε φτωχά,

δεν είχαμε λεφτά.

Έτσι μας άφησαν στο δάσος

και δε σκέφτηκαν το λάθος,

να αφήσουνε εφτά μικρά παιδιά,

μόνα τους και ορφανά.

Αν και Κοντορεβιθούλης,

ξέρανε ότι ήμουν εξυπνούλης.

Στου γίγαντα το σπίτι,

Όταν βρεθήκαμε,

(Κάνει πως κρύβεται)

με τη βοήθεια της γυναίκας του κρυφτήκαμε

κι αυτός είδηση μας πήρε ξαφνικά

όταν το σκάγαμε κλεφτά.

Γίγαντας: (Κάνει πως τρέχει)

Κι άρχισα το κυνηγητό

για να τους πιάσω στο λεπτό.

(Κάνει κίνηση γεύσης)

ωραίο! Θα ήταν το κρέας το ανθρωπινό.

Όμως κάθισα να ξαποστάσω,

λίγο το σώμα μου να ξεκουράσω

κι άρχισα το ροχαλητό,

Ο Κοντορεβιθούλης δεν έχασε καιρό.

(δείχνει μπότες μεγάλες)

Κλέβει τις μπότες μου τις μαγικές,

πάει στο σπίτι μου μ’ αυτές,

(έχει ένα πουγκί, το κουδουνίζει)

φορτώνει χρυσάφι και φλουριά

κι όλου του κόσμου τα καλά.

Όταν ξύπνησα κάτω απ’ του δέντρου τη σκιά,

κατάλαβα, τι είχε συμβεί, μα ήτανε  αργά.

Νίκησε η εξυπνάδα του μικρού

κι όχι η δύναμη του δυνατού.

 

(εδώ προσθέσαμε κείμενο)

Αφηγητής: Πήρε τέλος το δικό μας παραμύθι

κοιμηθήκαν το κουκί και το ρεβύθι.

Κι η ανέμη τυλιγμένη καρτερικά θα περιμένει,

παραμύθι άλλο ν’ αρχινίσει

όταν κάποιος την κλωτσήσει.

Το δικό μας κείμενο

Αφηγητής: Μια φορά κι έναν καιρό

στου δέντρου το κλαδάκι

ένα κοράκι κράταγε στο στόμα του,

νόστιμο τυράκι.

Κι η αλεπού η πονηρή

που πείναγε πολύ

τρόπο σκεφτότανε να πάρει το τυρί.

Αλεπού: Αχ! Κόρακα, βρε Κόρακα

τι όμορφος που είσαι!

Με τα γυαλιστερά σου τα φτερά

και τα ωραία μάτια.

Με τη γλυκιά σου τη φωνή

που σαν αηδόνι μοιάζει,

ένα τραγούδι ας άκουγα

κι άλλο δε με νοιάζει.

Κόρακας: Καλά δε σκέφτηκα, ο άμοιρος εγώ

κι αμέσως άρχισα γλυκά να τραγουδώ.

(κρα,κρα, κρα,κρα….)

όμως δεν κατάλαβα γιατί,

όταν απ’ το στόμα μου βγήκε η πρώτη η φωνή,

όλοι τρόμαξαν κι άρχισαν

να τρέχουν σαν τρελοί.

(κρα,κρα, κρα,κρα….)

Δεν κατάλαβα πώς έγινε αυτό.

Αλήθεια, πώς η Αλεπού

μου άρπαξε το κολατσιό;

Αλεπού: Ωραίος είσαι Κόρακα και…..

τραγουδάς καλά.

(κοροϊδευτικές κινήσεις)

όμως απ’ τι κεφάλι

σου λείπουν τα μυαλά.

Ευτύχημα είναι για μένα

η τόση σου βλακεία

που εύκολα την πίστεψες,

αυτή την κολακεία.

Αφηγητής: Γι’ αυτό λοιπόν ο άνθρωπος

πρέπει να προσέχει.

Γιατί όπως ο Κόρακας

αν είναι ευκολόπιστος

σε όσους τον παινεύουν,

θα έρχονται οι επιτήδειοι

και θα τον κοροϊδεύουν.

Αφηγητής: Σ’ ένα άλλο παραμύθι

ο Ρούνι- Ρούνι, το ύπουλο κακό γουρούνι

κυνηγούσε τρία λυκάκια φοβισμένα,

με αυτιά καψαλισμένα και μουσούδια σκονισμένα.

Λυκάκι 1ο: Η μαμά μας πριν φύγει απ’ τη ζωή

ρητή, μας έδωσε, εντολή.

Σπίτι να φτιάξουμε γερό

για να προστατευθούμε απ’ τον εχθρό.

Λυκάκι 2ο: Σπιτάκια χτίζαμε πολλά

με τσιμέντο, ατσάλι κι άλλα υλικά.

Μα, πάντα, γινόταν καταστροφή μεγάλη.

Το γουρούνι, το ύπουλο, το φοβερό

τα γκρέμιζε όλα στο λεπτό.

Λυκάκι 3ο: Τι μεγάλη συμφορά

που μας βρήκε βρε παιδιά.

Σπίτι ‘όρθιο δεν έμεινε κανένα.

Τινάχτηκαν όλα στον αέρα.

Τρομάξαμε πολύ.

Δεν είχαμε άλλη επιλογή.

Ρούνι- Ρούνι:  Στην αρχή ήμουνα κακό,

ύπουλο και ζωηρό.

Κυνηγούσα τα λυκάκια

και τους γκρέμιζα τα σπιτάκια

Δεν τους άφηνα να ησυχάσουν ούτε λεπτό

απ’ τη μοναξιά μου για να βγω.

Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα

που μύρισα λουλούδια στον αέρα.

Θαύμα έγινε ξαφνικά

και μαλάκωσε η σκληρή μου η καρδιά.

Τώρα όλη την ημέρα

χορεύω ταραντέλα.

Παίζουμε παιχνίδια ένα σωρό,

κρυφτό, κουτσό κυνηγητό,

με τα μικρά λυκάκια

που έγιναν τα καλύτερά μου φιλαράκια.

Πηγή: www.e-selides.gr

Greek Bulgarian Danish Dutch English Filipino Finnish French German Italian Norwegian Portuguese Romanian Russian Serbian Spanish Swedish
f t g m

Τα τελευταία νέα